Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Η ιστορία της σύγχρονης οικονομίας σε πέντε πράξεις






Tου David Brooks / The New York Times

Κάποιος λαμπρός πανεπιστημιακός πρέπει να γράψει μια συνοπτική ιστορία της σύγχρονης οικονομίας, γιατί η εξέλιξη αυτού του τομέα είναι σίγουρα από τα σημαντικότερα πράγματα που συμβαίνουν σήμερα.
Η πρώτη πράξη σ’ αυτή την ιστορία θα τοποθετούνταν στην εποχή του οικονομικού επιστημονισμού: την περίοδο που οι οικονομολόγοι στήριζαν το έργο τους σε ένα ακατέργαστο όραμα της ανθρώπινης φύσης και στη συνέχεια δημιουργούσαν περίπλοκα μοντέλα βασισμένα σε αυτό το πλάσμα.
Η δεύτερη πράξη θα τοποθετούνταν στις τελευταίες δεκαετίες, όταν κάποιοι ελάχιστοι γενναίοι οικονομολόγοι προσπάθησαν να κινηθούν πέρα από τη στάσιμη αυτή θεώρηση της ανθρωπότητας. Ο Χέρμπερτ Σάιμον τόνισε πως οι άνθρωποι δεν είναι απολύτως ορθολογικοί. Ο Γκάρι Μπέκερ ανέλυσε συμπεριφορές που δεν φαίνονται να είναι προϊόν αυστηρής ιδιοτέλειας, όπως η απόκτηση παιδιών και η αλτρουιστική συμπεριφορά. Ο Αμος Τβέρσκι και ο Ντάνιελ Κάνεμαν σημείωσαν ότι οι άνθρωποι τείνουν να έχουν κοινές προκαταλήψεις όταν προσπαθούν να λάβουν αντικειμενικές αποφάσεις.
Στη συνέχεια, η ιστορία θα προχωρούσε στην τρίτη πράξη, την οικονομική κρίση του 2008 και του 2009. Οικονομολόγοι και χρηματιστές πέρασαν δεκαετίες δημιουργώντας όλο και πιο περίπλοκα μοντέλα για να προεξοφλήσουν τη συμπεριφορά της αγοράς, όμως αυτά τα μοντέλα δεν προέβλεψαν τη χρηματοοικονομική κρίση που πλησίαζε. Μάλιστα, τα πιο κυρίαρχα χρηματοοικονομικά μοντέλα συνέβαλαν σ’ αυτήν, αντιλαμβανόμενα με τόσο λανθασμένο τρόπο τη συμπεριφορά ώστε βοήθησαν να σαρωθούν 50 τρισ. δολάρια από τον παγκόσμιο πλούτο και προκαλώντας ανείπωτο πόνο.
Με τον τρόπο αυτό, ο ιστορικός θα έφθανε στην τέταρτη πράξη, την περίοδο της ενδοσκόπησης που βιώνουμε σήμερα. Περισσότερο από ένα χρόνο μετά το γεγονός, δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τους λόγους που προκάλεσαν την κρίση. Οι οικονομολόγοι επανεξετάζουν την επιστήμη τους.
«Πού βρίσκονταν οι πνευματικοί δημιουργοί της ατζέντας όσο γεννιόταν η κρίση;» διερωτάται στο The National Interest ο Μπάρι Αϊχενγκριν του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ. Στη Wall Street Journal, ο Ρας Ρόμπερτς του Πανεπιστημίου George Mason αναρωτιέται γιατί, τελικά, θεωρούνται επιστήμη τα οικονομικά. Οι πραγματικές επιστήμες προχωρούν μπροστά. Στα οικονομικά, όμως, οι παλαιοί στοχαστές μπαινοβγαίνουν στη μόδα.
Πολλοί οικονομολόγοι προσπαθούν τώρα να αφομοιώσουν μαθήματα ψυχολόγων, νευροεπιστημόνων και κοινωνιολόγων. Αλλωστε, ο Ανταμ Σμιθ ήταν ηθικός φιλόσοφος, ο Φρίντριχ φον Χάγιεκ έχτισε τη φιλοσοφία του πάνω στη γνώση της ίδιας μας της άγνοιας και ο Τζον Μέιναρντ Κέινς «δεν ήταν έτοιμος να θυσιάσει τον ρεαλισμό για τα μαθηματικά», όπως το έθεσε ο βιογράφος του Ρόμπερτ Σκιντέλσκι. Τα οικονομικά είναι «ηθική επιστήμη», έγραψε ο Κέινς. Εχουν να κάνουν με «κίνητρα, προσδοκίες, ψυχολογικές αβεβαιότητες. Πρέπει να είσαι συνεχώς σε επιφυλακή ώστε να μη μεταχειριστείς το υλικό σαν διαρκές και ομοιογενές».
Στην τέταρτη πράξη, με άλλα λόγια, οι οικονομολόγοι κάνουν βηματάκια προς τον κόσμο του συναισθήματος, των κοινωνικών σχέσεων, της φαντασίας, της αγάπης και της αρετής. Στην πέμπτη πράξη, προβλέπω, θα τινάξουν στον αέρα ολόκληρο τον τομέα τους.
Τα οικονομικά απέκτησαν συνοχή ως επιστήμη, ακρωτηριάζοντας το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Τώρα, οι οικονομολόγοι ξεκινούν με τα μέρη εκείνα της συναισθηματικής ζωής που μπορούν να μετρήσουν και να διαπλάσουν (δραστηριότητες που τους έκαναν οικονομολόγους). Η ηθική και κοινωνική λαχτάρα των πλήρως συνειδητοποιημένων ανθρώπινων όντων δεν απλοποιείται σε καθολικούς νόμους και δεν μπορεί να μελετηθεί όπως η φυσική. Μόλις γίνει αυτό αποδεκτό, τα οικονομικά θα γίνουν ξανά επιμέρους τμήμα της ιστορίας και της ηθικής φιλοσοφίας. Θα γίνουν μια πανίσχυρη γλώσσα ανάλυσης κάποιων ειδών δραστηριότητας. Οι οικονομολόγοι θα μπορούν να περιγράψουν πώς ενέργησαν οι άνθρωποι σε συγκεκριμένες συνθήκες. Θα μπορούν να αντλήσουν μαθήματα στα οποία θα ανατρέχουν σκεπτόμενοι άλλους ανθρώπους και άλλες συνθήκες - ακριβώς όπως οι ιστορικοί, οι ψυχολόγοι και οι συγγραφείς. Στο τέλος της πέμπτης πράξης, τα οικονομικά θα είναι ρεαλιστικά. Ομως τότε θα είναι τέχνη, όχι επιστήμη.

www.kathimerini.gr

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Η περίπτωση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα


Τον τελευταίο καιρό ακούγονται όλο και περισσότερες απόψεις που υποστηρίζουν την βοήθεια της Ελλάδας από το ΔΝΤ. Τι σημαίνει όμως για την Ελλάδα ένα δάνειο από το ΔΝΤ;

Η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας την δεδομένη στιγμή είναι τραγική. Υπάρχει μεγάλη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, η κατανάλωση έχει πτωτικές τάσεις ενώ οι επενδύσεις έχουν παγώσει. Είμαστε στη μέση ενός "Φαύλου Κύκλου", ενώ ορισμένες "λύσεις" του παρελθόντος είναι δεσμευμένες από την ένταξή μας στην Ε.Ε. Επί παραδείγματι, τα προηγούμενα χρόνια, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στη μέση μιας οικονομικής κρίσης ή το ελλειμματικό ισοζύγιο πληρωμών μεγάλωνε (λόγω μείωσης των εξαγωγών ή αύξησης των εισαγωγών ή και των δύο), η άμεση λύση ήταν μια υποτίμηση του νομίσματος που οδηγούσε σε χαμηλότερο παραγωγικό κόστος και άρα σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας στο εξωτερικό. Βέβαια, αυτό δεν ερχόταν χωρίς κόστος, και το μεγαλύτερο ίσως κόστος ήταν η μείωση της αγοραστικής δύναμης. Λόγω της δέσμευσής μας στην Ε.Ε., δεν έχουμε την δυνατότητα να μεταβάλλουμε την ισοτιμία μας.

Δευτερευόντως, λύσεις ηδυνόντουσαν μέσω της αύξησης της έμμεσης φορολογίας κατ' αρχάς καθώς και της άμεσης ακολούθως. Όμως τέτοια μέτρα είχαν συνήθως και πολιτικό κόστος. Έτσι οι κυβερνήσεις κατέφευγαν σε τέτοιες λύσεις μόνο αν δεν υπήρχε δυνατότητα περαιτέρω υποτίμησης του νομίσματος.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει η δυνατότητα να μεταβάλλουμε την ισοτιμία μας. Περαιτέρω, καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί βιομηχανική χώρα, δεν υπάρχουν και πολλές δυνατότητες ανάπτυξης μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας, κάτι το οποίο θα σήμαινε αύξηση του εισοδήματος και έτσι αύξηση των φορολογικών εσόδων. Έτσι, η μόνες λύσεις που απομένουν είναι η αύξηση της φορολογίας και η μείωση των δαπανών. Το πρόβλημα είναι καθαρά εσωτερικό.

Η αύξηση της φορολογίας θα έπρεπε υπό φυσιολογικές συνθήκες να είναι συνδεδεμένη με την δυνατότητα των πολιτών να πληρώνουν περαιτέρω φόρους. Αν η φορολογία είναι αρκετά υψηλότερη της δυνατότητας δύο μπορεί να είναι τα άμεσα αποτελέσματα.

Πρώτον, θα δημιουργηθεί μαύρη αγορά και θα υπάρξουν διαρροές τόσο από το ασφαλιστικό όσο και από το φορολογικό σύστημα. Εν τέλει, τα έσοδα του κράτους θα μειωθούν κάτι το οποίο θα αποδειχτεί καταστροφικό για την παρούσα κατάσταση.

Δεύτερον, θα δημιουργηθεί ένα φαινόμενο κατά τις επιταγές Laffer, το οποίο υποστηρίζει πως η αύξηση της φορολογίας πάνω από ένα όριο οδηγεί σε άμεση μείωση των εσόδων για το κράτος λόγω κλεισίματος επιχειρήσεων, μαύρης αγοράς κλπ, το οποίο και θα έχει πολλαπλασιαστικές συνέπειες και για τους άλλους κλάδους της οικονομίας ( πχ αύξηση ανεργίας)

Από την άλλη μεριά, μια στοχευόμενη μείωση δαπανών (ιδιαίτερα στο δημόσιο) θα απέφερε πολλαπλασιαστικά οφέλη στην οικονομία. Δεν θα έπρεπε να ζημιωθεί ο παραγωγικός τομέας της οικονομίας καθώς αυτό θα οδηγούσε σε μείωση του ρυθμού ανάπτυξης.

Το ΔΝΤ έχει το ρόλο του τελευταίου δανειοδότη. Κάνει διαθέσιμα κεφάλαια σε περιπτώσεις χωρών οι οποίες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα χρέη τους - περίπτωση της Ελλάδας. Περαιτέρω, η συνεχιζόμενη αύξηση του χρέους θα οδηγήσει σε αποκλεισμό από τις διεθνείς αγορές, φαινόμενο το οποίο είναι πραγματικά καταστροφικό.

Όμως, αυτή η βοήθεια δεν έρχεται χωρίς κόστος. Ως αντάλλαγμα του δανείου, το ΔΝΤ επιβάλλει κάποιους όρους που έχουν σχέση με το φορολογικό σύστημα και το σύστημα δαπανών, την αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού συστήματος, τις επενδύσεις καθώς και συγκεκριμένη νομολογία, τα λεγόμενα Conditionalities. Είναι δηλαδή κάποια μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα που καταλήγουν σε ένα επίπεδο δομικής αλλαγής.

Αυτές οι προϋποθέσεις θέτονται για να οδηγήσουν την χώρα στον κύριο στόχο της που είναι η μείωση του χρέους και η αποπληρωμή του δανείου. Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις (και μάλλον είναι οι περισσότερες), μη καλής εφαρμογής των μέτρων από τις κυβερνήσεις ή μη αποτελεσματικότητας των ίδιων των μέτρων.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του Μεξικό το 1982, όταν πήρε δάνειο ύψους 4,55 δις $ αποτέλεσμα της αδυναμίας του να ξεπληρώσει το υπέρογκο χρέος του που σχηματίστηκε λόγω των επιπτώσεων της πετρελαϊκής κρίσης της δεκαετίας του '70. Απόρροια αυτού του δανείου ήταν η συνεχιζόμενη επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της χώρας για τουλάχιστον τα επόμενα 6 χρόνια καθώς και ο 10ετής αποκλεισμός της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Άρα, το δάνειο ήταν ημίμετρο που μάλλον πρόσθεσε στο πρόβλημα παρά το έλυσε. Εν αντιθέσει, το δεύτερο δάνειο προς το Μεξικό το 1995 μάλλον θεωρείται ως πετυχημένη λύση.

Θα έλεγε κάποιος ότι χώρες σας το Μεξικό έχουν πολύ διαφορετική διάρθρωση από την Ελλάδα που είναι και μέλος της Ε.Ε.

Ας πάρουμε λοιπόν την περίπτωση μιας υποψήφιας προς ένταξη χώρας. Η Λετονία έχει συμφωνήσει την υιοθέτηση του Ευρώ το 2013 (εφόσον πληροί τα κριτήρια), κάτι το οποίο σημαίνει πως δεν έχει τη δυνατότητα να μεταβάλλει την ισοτιμία της. Το 2008, λόγω των καταστροφικών επιπτώσεων της κρίσης στην οικονομία της χώρας, συμφώνησε με το ΔΝΤ σε ένα δάνειο που είχε προϋποθέσεις παρόμοιες με αυτές που αναφέραμε. Το αρχικό δάνειο ήταν 188,8 εκ Ευρώ.

Απόρροια του δανείου ήταν η εφαρμογή. μετά από τις παρεμβάσεις και τις προτάσεις του ΔΝΤ, μέτρων μάλλον καταστροφικών για την οικονομία της χώρας. Η ανάπτυξή της δεν ήταν πια στόχος. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 18% για τις αρχές του 2009 καθώς και ελαττώθηκαν οι δαπάνες και οι μισθοί με λανθασμένο τρόπο - δηλαδή είχαν λάθος στόχευση. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η αναθεώρηση των προϋποθέσεων του δανείου από το ΔΝΤ και ένα επιπλέον δάνειο που ανέβαζε το συνολικό ποσό δανειοδότησης σε 780,7 εκ. Ευρώ τον Ιούλιο του 2009. Η κυβέρνηση της χώρας έθεσε ως στόχο την μείωση του χρέους κατά 1 δις $ για το 2009, το 2010 και το 2011. Όμως, δεν έθεσε ως στόχο τον πληθωρισμό, γεγονός που είναι αντίθετο στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Περαιτέρω, μειώθηκαν οι συντάξεις κατά 10%, έκλεισαν σχολεία και μειώθηκαν οι δαπάνες για μισθούς στην παιδεία μαζί με τις κοινωνικές δαπάνες. Το ΔΝΤ πρότεινε την αύξηση του ΦΠΑ κατά 5%, την επιβολή φόρου στην ξυλεία και στους ελευθέρους επαγγελματίες καθώς και στις καταθέσεις, πολιτική η οποία υιοθετήθηκε. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη εκροή κεφαλαίων στο εξωτερικό και άρα η μείωση της ρευστότητας της αγοράς - θυμίζω παρά την είσπραξη του δανείου.

Το ΔΝΤ υποστήριξε ότι η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε από την λάθος εφαρμογή των μέτρων (πολιτική νίπτω τας χείρας μου), ενώ η κυβέρνηση υποστήριξε ότι ήταν λάθος η δανειοδότηση.

Τα αποτελέσματα ήταν και είναι μάλλον άσχημα για την χώρα, η οποία δεν κατάφερε να καλύψει τις ανάγκες τις παρά τη βοήθεια και μάλιστα βρέθηκε σε χειρότερο σημείο από αυτό που ξεκίνησε πριν το δάνειο. Περαιτέρω, παρουσιάστηκαν και φαινόμενα κοινωνικής διαταραχής. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η χώρα έχασε την αυτοκυριαρχία της και η πολιτική αύξησης φορολογίας θα συνεχιστεί και στο μέλλον.

Μελέτες που έχουν διεξαχθεί ως προς τις επιπτώσεις της δανειοδότησης από το ΔΝΤ δείχνουν πως υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ της βοήθειας του Ταμείου και της ανάπτυξης των χωρών (βλέπε Preworski & Vreeland (2000), Barro & Lee (2005), Dreher (2006)).

Εν κατακλείδι, δεν είναι σίγουρο το αν θα βρεθεί λύση μέσω του ΔΝΤ. Περαιτέρω, η πιθανή προσφυγή μας μπορεί να προκαλέσει αντίθετα αποτελέσματα (ίσως και καταστροφικά) από αυτά που αναμένουμε. Έτσι, το πρόβλημα θα πρέπει να λυθεί εντός της χώρας, κυρίως με μείωση των δαπανών και μικρότερης αύξησης φορολογίας. προφανώς και όλοι έχουμε μερίδιο τόσο για την κατάσταση όσο και για την ανάπτυξη της Ελλάδας.
Όμως, το πρόσφατο σύμφωνο Σταθερότητας & Ανάπτυξης, ορίζει πως τα οφέλη από την αύξηση της φορολογίας θα είναι μεγαλύτερα από αυτά της μείωσης των δαπανών. Περαιτέρω, δεν υπάρχει πουθενά στόχος αναπτυξιακός. Το πιθανότερο είναι αυτή η κατάσταση να διαιωνίζεται με πολύ άσχημες επιπτώσεις για την χώρα, εκτός αν αλλάξουν οι νοοτροπίες όλων μας (και κυρίως των ασκούντων την πολιτική).

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία για τους μετασχηματισμούς στην πρώην ΕΣΣΔ και τη μετάβαση της στην σημερινή Ρωσσία


Εισαγωγικό σημείωμα

Πολλοί ιστορικοί μελετητές θεωρούν την Ε.Σ.Σ.Δ ως ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα που απέτυχε στον σκοπό του. Η μετάβαση από το κομμουνιστικό καθεστώς στην δημοκρατία αποτέλεσε επίσης μία μεγάλη πρόκληση. Ποτέ στο παρελθόν μία χώρα του πολιτικού εκτοπίσματος της Ρωσίας δεν κληθηκε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να μεταβεί από ένα συγκεντρωτικό καθεστώς σε ένα δημοκρατικό. Η σύγκρουση ανάμεσα στο παλαιό κομμουνιστικό κατεστημένο και το δημοκρατικό όραμα υπήρξε από την αρχή έντονη. Κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα σε αυτή την περίοδο υπήρξε ο Μπόρις Γιέλτσιν, ο πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος του Ρωσικού κράτους από τον Ιούνιο του 1991. Ο Μπόρις Γιέλτσιν γεννήθηκε στα Ουράλια το 1931 και ήταν γόνος αγροτικής οικογένειας. Η πολιτική του δράση τον οδήγησε το 1985 στην Μόσχα όπου και διετέλεσε αναπληρωματικό μέλος του πολιτικού γραφείου του ΚΚΣΕ, ενώ το 1986 ορίσθηκε Γραμματέας της Οργάνωσης Μόσχας. Τον Μάιο του 1990 εξελέγη πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ της Ρωσικής Ομοσπονδίας ενώ λίγο αργότερα αποχωρεί από το ΚΚΣΕ. Τον Αύγουστου του 1991, δύο μήνες μετά την εκλογή του στο αξίωμα του Προέδρου της Ρωσίας, πραγματοποιεί πολιτική υπέρβαση αντιστεκόμενος στους δρόμους της Μόσχας απέναντι στους πραξικοπηματίες της ομάδας του Πρωθυπουργού Παβλόφ και του Αντιπροέδρου Γιάναεφ. Η δράση του έναντι των πραξικοπηματιών τον καθιέρωσε στην συνείδηση των πολιτών και τον ανέδειξε ως τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη της χώρας. Ο Πρόεδρος της Ε.Σ.Σ.Δ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ περνά σε πολιτική ομηρία, αδυνατώντας να αντιδράσει ακόμα και στην κατάργηση του ΚΚΣΕ. Η πορεία προς την διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ είναι πλέον μη αναστρέψιμη και τον Δεκέμβριο του 1991 ο Μπόρις Γιέλτσιν μαζί με τους ηγέτες της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας κηρύσσει την διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ και την δημιουργία της Κ.Α.Κ (Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών).

Το πραξικόπημα του Αυγούστου 1991

Στις 17 Μαρτίου 1991 πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα[1] στην επικράτεια της Ε.Σ.Σ.Δ. (με εξαίρεση την Αρμενία, Γεωργία, Μολδαβία, Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία που απέφυγαν την συμμετοχή ) με διπλό ερώτημα. Το πρώτο ερώτημα που τέθηκε καθολικά ήταν αν οι πολίτες επιθυμούσαν την δημιουργία μίας νέας ομοσπονδίας στην οποία τα μέλη θα είχαν εξασφαλισμένη την πολιτική ελευθερία τους. Η συμμετοχή έφτασε τα 174 εκατομμύρια, δηλαδή 75,4 % των ψηφοφόρων. Από αυτούς 112 εκατομμύρια, δηλαδή 76,2 % υποστήριξαν την δημιουργία της Ομοσπονδιακής Ένωσης. Παράλληλα με αυτό το ερώτημα, τέθηκε και ένα δεύτερο, αποκλειστικά όμως στην ρωσική επικράτεια. Το ερώτημα αυτό αφορούσε την εκλογή Προέδρου μετά από καθολική ψηφοφορία. Το 69,85 % ψήφισε υπέρ.

Η συμφωνία για την δημιουργία της νέας ομοσπονδίας επισημοποιήθηκε στις 23 Ιουλίου 1991. Σύμφωνα με αυτή, σε πρώτο ρόλο βρισκόταν η εθνική κυριαρχία των Δημοκρατιών που άλλοτε αποτελούσαν την Ε.Σ.Σ.Δ και η κεντρική κυβέρνηση διατηρούσε μόνο δευτερεύντα ρόλο. Η νέα συνθήκη κατέλυε και de jure την ήδη de facto διασπασμένη Ε.Σ.Σ.Δ. Επρόκειτο να επικυρωθεί από τις Δημοκρατίες στις 20 Αυγούστου 1991.

Η επικείμενη ψήφιση της συνθήκης ένωσης κινητοποίησε τις συντηρητικές κομμουνιστικές δυνάμεις, οι οποίες συνειδητοποιούσαν πλέον ότι στην νέα πολιτική δομή της Ρωσίας δεν θα διέθεταν τίποτα από την αίγλη του παρελθόντος. Τον Αύγουστο του 1991 εκδηλώθηκε πραξικοπηματική κίνηση εναντίον του Προέδρου της Ε.Σ.Σ.Δ Γκορμπατσόφ, με ηγέτες τον Παβλόφ (πρωθυπουργό), τον Βλαντιμίρ Κριούτσκοφ (επικεφαλή της K.G.B), τον Δημήτρη Γιαζόφ (υπουργό άμυνας) και τον Γιάναεφ (αντιπρόεδρος). Αίτημα τους προς τον Γκορμπατσόφ ήταν η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και η παράδοση της εξουσίας στον αντιπρόεδρο. Μετά την άρνηση του Γκορμπατσόφ,ο τελευταίος περιορίστηκε από τους πραξικοπηματίες στο Φόρος της Κριμαίας, μένοντας πολιτικά αμέτοχος στις εξελίξεις. Η παρέμβαση Γιέλτσιν υπήρξε καθοριστική. Στις 19 Αυγούστου με έκκληση προς τους ρώσους πολίτες, χαρακτήρισε το κίνημα ως παράνομο και δεξιό, ενώ πολίτες αντιτάχθηκαν απέναντι από άρματα μάχης.

Η αποτυχία του κινήματος επιτάχυνε τις διαδικασίες πτώσης του παλαιού πολιτικού συστήματος και παράλληλα οδήγησε στην κατάρρευση του κομμουνιστικού κόμματος και στην βαθύτερη αποδόμηση της Ε.Σ.Σ.Δ.

Χαρακτηριστικα πολιτικού συστήματος την επαύριο του πραξικοπήματος

Η νίκη του Γιέλτσιν ενάντια στους πραξικοπηματίες του Αυγούστου 1991 έδωσε στον ίδιο μεγάλη πολιτική δύναμη και αναγνώριση ανάμεσα στον λαό[2]. Ο ρώσος Πρόεδρος Γιέλτσιν βρισκόταν πλέον σε αδιαμφισβήτητη θέση ισχύος σε σχέση με τον Γκορμπατσόφ, Πρόεδρο της Ε.Σ.Σ.Δ, ο οποίος παρουσιάζεται αδύναμος να καθορίσει τις εξελίξεις. Ουσιατικά η νίκη αυτή αποτελούσε ένα μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο, που έδινε στον Γιέλτσιν την δυνατότητα να διαμορφώσει το τοπίο με τον τρόπο που επιθυμούσε. Αποτελούσε την μεγάλη ευκαιρία για τομές στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Παρά τις μεγάλες προσδοκίες, τα αποτελέσματα δεν υπήρξαν τα αναμενόμενα. Ο ρώσος πολιτικός χρησιμοποίησε το πολιτικό τους κεφάλαιο για να προωθήσει στην εκτελεστική εξουσία άτομα που εξυπηρετούσαν πολιτικά συμφέροντα αγνοώντας τους θεσμούς του κράτους. Αντί για την προώθηση της δημιουργίας μίας πολιτικής λογικής της διαβούλευσης και της συναίνεσης, προτίμησε την λογική των πελατειακών σχέσεων, με τους κατέχοντες σημαντική θέση στην κυβέρνηση σε ρόλο ικανοποίησης οργανωμένων συμφερόντων. Τα οργανωμένα συμφέροντα κυριάρχησαν στην πολιτική ζωή της χώρας με τον ίδιο τρόπο που παλαιότερα κυριαρχούσαν στην Ε.Σ.Σ.Δ. Η πολιτική εξουσία της χώρας υφίστατο τον διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνους που είχαν την άμεση επαφή με τους κρατικούς μηχανισμούς (και καρπώνονταν κρατικούς πόρους) και σε εκείνους που προσπαθούσαν να την αποκτήσουν.

Αυτός ο ανελέητος αγώνας για πρόσβαση στην εξουσία, αποτέλεσμα της αυταρχικής και λαικίστικης πολιτικής του Γιέλτσιν, αποδυνάμωσε τα ευαίσθητα θεμέλια του μετακομμουνιστικού ρωσικού κράτους. Σε μία περίοδο όπου το πολιτικό τοπίο απαιτούσε βαθιές και ουσιαστικές τομές, θεσμικά κατοχυρωμένους μηχανισμούς προστασίας του συμφέροντος των πολιτών, οι ίδιοι οι θεσμοί μετατράπηκαν σε όπλα πολιτικής διαμάχης.

Το ρωσικό Σύνταγμα της 12ης Δεκεμβρίου 1993

Στις 12 Δεκεμβρίου 1993 εγκρίθηκε από τον ρωσικό λαό, έπειτα από σχετικό δημοψήφισμα, το νέο Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στο δημοψήφισμα αυτό η συμμετοχή κυμάνθηκε στο 54,8% με την επιλογή <<ΝΑΙ>> να φτάνει στο 58,4%.Το νέο συνταγματικό κείμενο αντικατέστησε αυτό του 1978. Η χαμηλή συμμετοχή κατά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος έθεσε σοβαρά προβλήματα νομιμοποίησης του, δημιουργώντας τον κίνδυνο διάσπασης της ρωσικής κοινωνίας.

Στο Σύνταγμα της 12ης Δεκεμβρίου προβλέπονται δύο νομοθετικά σώματα για το Κοινοβούλιο. Το ένα ονομάζεται Συμβούλιο της Ομοσπονδίας, συνιστά την Άνω Βουλή και αποτελείται από εκπροσώπους των περιφερειακών διοικητικών μονάδων της χώρας, των θεμάτων όπως αναφέρονται στο Σύνταγμα. Κάθε θέμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (συνολικά υπάρχουν 89 θέματα) διαθέτει δύο αντιπροσώπους στο Συμβούλιο της Ομοσπονδίας (συνολικά υφίστανται 178 αντιπρόσωποι) εκ των οποίων ο ένας εκπροσωπεί το νομοθετικό και ο έτερος το εκτελεστικό όργανο της κρατικής εξουσίας. Τα μέλη του Συμβουλίου της Ομοσπονδίας αποτελούν την Γερουσία. Το έτερο νομοθετικό σώμα του Κοινοβουλίου είναι η κρατική Δούμα (Κάτω Βουλή). Διαθέτει 450 μέλη τα οποία εκλέγονται αναλογικά, με βάση τον πληθυσμό της κάθε περιφέρειας και με τετραετή θητεία.

Στην δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Ομοσπονδίας περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η έγκριση αλλαγών στα σύνορα μεταξύ των Θεμάτων της Ομοσπονδίας, η μομφή ενάντια στον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας αλλά και ο διορισμός των δικαστών του Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του Διαιτητικού Δικαστηρίου (άρθρο 102). Στην δικαιοδοσία της κρατικής Δούμας εντάσσεται η έγκριση διορισμού του Προέδρου της Κυβέρνησης από τον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ο διορισμός και η απόλυση του Προέδρου της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και η προώθηση των κατηγοριών εναντίον του Προέδρου σε περίπτωση μομφής εναντίον του (άρθρο 103).

Με το ρωσικό Σύνταγμα του 1993 δημιουργείται ένα θεσμικό κείμενο που παρέχει ευρείες εξουσίες στον Πρόεδρο, ανάμεσα στις οποίες ο καθορισμός των βασικών κατευθύνσεων της εσωτερικής-εξωτερικής πολιτικής του κράτους, η εγγύηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας των πολιτών (άρθρα 80-93). Το Σύνταγμα επικρίθηκε για το γεγονός ότι δεν παρέχει ορθή κατανομή των δικαιωμάτων άσκησης εξουσίας. Ως αποτέλεσμα χαρακτηρίστηκε ως μη δημοκρατικό αποδεκτό, με τους πιο σφοδρούς επικριτές του να μιλούν για ένα κείμενο που οδηγεί σε καλυμμένη δικτατορία. Στην πραγματικότητα το σύνταγμα της 12ης Δεκεμβρίου αποτελεί την επιβράβευση του νικητή Γιέλτσιν στην ‘’μάχη του Κοινοβουλίου τον Οκτώβριο του 1993’’[3], κατά την οποία κήρυξε την χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και διέταξε τα άρματα μάχης να στοχεύσουν το Κοινοβούλιο προκειμένου να επιβληθεί έναντι των πολιτικών του αντιπάλων.

Με το νέο Σύνταγμα ο Γιέλτσιν επιχειρεί να ενισχύσει τις εξουσίες του Προέδρου και αντίστοιχα να μειώσει τις εξουσίες του Κοινοβουλίου. Ο Πρόεδρος κατηγορήθηκε ότι επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον θεσμικό του ρόλο με σκοπό να επιβληθεί των ομοσπονδιακών οντοτήτων και να καταλύσει με <<δημοκρατικό>> τρόπο το δημοκρατικό πολίτευμα. Η άλλη άποψη τονίζει ότι η ρευστότητα του ρωσικού πολιτικού συστήματος και η αδυναμία συγκρότησης αποκρυσταλλωμένου κομματικού συστήματος[4], ανάγκασε τον Γιέλτσιν στην διεύρυνση των προεδρικών αρμοδιοτήτων. Η κίνηση αυτή του εξασφάλιζε την αναγκαία πολιτική δύναμη για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις.

Το Σύνταγμα επιδίωξε να βάλει τέλος στην αντιπαράθεση ανάμεσα στο Κοινοβούλιο και την Προεδρία, την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, για την πολιτική κυριαρχία[5]. Επιδίωξε την δημιουργία του βασικού πολιτικού πλαισίου εντός του οποίου θα λειτουργούσε τον νέο κράτος. Έθετε τους κανόνες του παιχνιδιού για μία χώρα που βρισκόταν στις απαρχές της μετάβασης από τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό στην δημοκρατία. Ήταν το πρώτο δημοκρατικό σύνταγματης Ρωσίας. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αντικατοπτρίζει το πνεύμα της εποχής Γιέλτσιν, δηλαδή την υπεροχή του φιλελευθερισμού έναντι της δημοκρατίας. Μπορεί αν χαρακτηριστεί ως ημιπροεδρικό, με πρότυπο το Σύνταγμα της Γαλλίας. Χορηγεί στην προεδρία εκτεταμένες εξουσίες όπως ο διορισμός κυβερνήσεων, η θέσπιση νομοθεσίας και η χάραξη πολιτικής. Ο πρόεδρος είναι η κεφαλή, ο αρχηγός του κράτους και ο εγγυητής του πολιτεύματος (άρθρο 80). Εκλέγεται για 4 χρόνια με μέγιστες συνεχόμενες εκλογές τις δύο, χωρίς όριο ηλικίας (άρθρο 81). Χορηγεί στον Πρόεδρο τον έλεγχο της ασφάλειας, της άμυνας, της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην προώθηση νομοθεσίας και διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) σε νομοθετικές πράξεις του Κοινοβουμίου. Ο Γιέλτσιν έκανε συχνή χρήση της δυνατότητας του να εκδίδει διατάγματα τα οποία είχαν νομοθετική ισχύ, προβαίνοντας στην έκδοση περισσότερων από 1500 κατά την διάρκεια της θητείας του[6].

Εξωτερική πολιτική

Το στοιχείο που διαφοροποιεί την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας έναντι των υπολοίπων αντίστοιχα σημαντικών κρατών είναι το ιστορικό και κοινωνικό της υπόβαθρο. Στην περίπτωση της Ρωσίας, ακόμα και μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ, ακόμα και μετά την οικονομική δυσπραγίακαι τον κοικνωνικό διχασμό, ο λαός αλλά και η διεθνής κοινή γνώμη δεν έπαψε να βλέπει την χώρα σαν μία μεγάλη δύναμη. Είναι το ιστορικό υπόβαθρο, η κοινωνική εξέλιξη αλλά και το πολιτικό παρελθόν της Ρωσίας που δεν της επέτρεψε να υποβαθμίσει την διεθνή της θέση σε τόσο μεγάλη έκταση, οσή και τα τεράστια προβλήματα της. Αυτό ακριβώς υπήρξε το μεγάλο παραάδοξο στην ρωσική εξωτερική πολιτική. Μία παλαιά αυτοκρατορία είχε μόλις καταρρεύσει. Ωστόσο δεν μορούσε να το αποδεχθεί. Δεν της το επέτρεπε η ιστορική της διαδρομή. Πώς η Ρωσική Ομοσπονδία θα διατηρούσε την θέση της στη διεθνή πολιτική σκηνή με μειωμένη την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ; Από την άλλη πλευρά πώς οι λοιπές δυνάμεις έπρεπε να διαχειριστούν την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ; Θα κατάφερνε η Ρωσία να θεμελιώσει μία σταθερή και αξιόπιστη σχέση με τις λοιπές χώρες της κοινωνίας των κρατών;

Η ρωσική εξωτερική πολιτική διήλθε κατά την μετακομμουνιστική περίοδο από έξι κύρια στάδια[7], το στάδιο της αρχικής εμφάνισης (πριν το πραξικόπημα του Ιουνίου του 1991), το στάδιο της εγκατάστασης (Αύγουστος εως Δεκέμβριος του 1991), την ρομαντική φάση (Ιανουάριος 1992 εως Φεβρουάριος 1993), τη φάση της επαναβεβαίωσης (Μάρτιος 1993 εως Δεκέμβριος 1995) και το στάδιο του πραγματισμού (Ιανουάριος 1996 εως 1999).

Κατά την πρώτη φάση επιδίωξη της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής ήταν αφενός μεν η ανάπτυξη ανεξάρτητης πολιτικής, αφετέρου η δημιουργία νέας ένωσης των πρώην μελών της Ε.Σ.Σ.Δ. Αυτή η ένωση μέσα από διαπραγματεύσεις θα έθετε στόχους συλλογικής ασφάλειας, κοινής οικονομικής δραστηριότητας και μεταναστευτικής πολιτικής. Το πραξικόπημα του Αυγούστου του 1991 διέκοψε τις διαπραγματεύσεις οι οποίες βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και μάλιστα είχαν οδηγήσει στην επίτευξη συμφωνίας. Τη ίδια περίοδο και πριν το στρατιωτικό πραξικόπημαείχε ιδρυθεί ξεχωριστή ρωσική διπλωματική υπηρεσία υπό την ηγεσία του Andrei Kozyrev. Η υπηρεσία αυτή, που στηη πραγματικότητα καθοδηγείται από την πολιτική προσωπικότητα του Γιέλτσιν, θέτει την νέα βάση της ρωσικής διπλωματίας. Η εξωτερική πολιτική δεν θα στηρίζεται πλέον σε ιδεολογικά ουτοπικά πρότυπα λλά στον ρεαλισμό. Η πρώτη επίσημη πράξη εξωτερικής πολιτικής του ανεξάρτητου ρωσικού κράτους ήταν οι συμφωνίες που υπεγράφησαν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1990 με την Ουκρανία, το Καζακστάν και την Λευκορωσία, με τις οποίες η κάθε μία χώρα αναγνώριζε την ανεξαρτησία της άλλης και την συμβίωση με βάση την αρχή της μη επέμβασης στο εσωτερικό τους. Ο Πρόεδρος Γιέλτσιν στήριξε ενεργά την προοπτική της ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, την οποία θεωρούσε ακρογωνιαίο λίθο του μετακομμουνιστικού κράτους.

Η δεύτερη φάση ξεκινά με το στρατιωτικό πραξικόπημα του Αυγούστου που διέλυσε τις ελπίδες για μετασχηματισμό της Ε.Σ.Σ.Δ σε Ένωση Κρατών και οδήγησε στην οριστική της διάλυση. Οι αντιπαλότητες και η ρήξη ανάμεσα στην Ε.Σ.Σ.Δ και την Ρωσία ήταν πλέον εμφανείς. Μία σειρά ενεργειών του Γιέλτσι σηματοδότησε την αρχή μίας νέας ιστορικής περιόδου. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1991 λαμβάνει την απόφαση για άρση των στρατιωτικών πωλήσεων στο Αφγανιστάν και στις 24 Οκτωβρίου αποκαθιστά διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους επισκέπτεται την Γερμανία και τον Δεκέμβριο η σοβιετική διπλωματική υπηρεσία περνά σε ρωσικό έλεγχο. Η ρωσία αναγνωρίστηκε διεθνώς ως ο συνεχιστής της Ε.Σ.Σ.Δ της οποίας ανέλαβε τις συμβατικές υποχρεώσεις τόσο στον Ο.Η.Ε (μόνιμο μέλος στο συμβούλιο ασφαλείας με δικαίωμα αρνησικυρίας) όσο και στους λοιπούς διεθνείς οργανισμούς.

H τρίτη περίοδος χαρακτηρίζεται για την δημοκρατική-ιδεαλιστική της διάσταση. Ο Πρόεδρος Γιέλτσιν ως επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών ήδη από τον Οκτώβριο του 1991 επιδιώκει την εξωτερική οικονομική βοήθεια και την αποτίναξη από το νέο ρωσικό κράτος της σκιάς του ψυχρού πολέμου. Η μετάβαση στην δημοκρατία είχε δημιουργήσει προσδοκίες για μία νέα αρχή στις διεθνείς πολιτικές επαφές που σύντομα όμως διαψεύσθησαν. Οι σχέσεις με την Δύση μπορεί να βελτιώθηκαν αισθητά, ωστόσο τα σημάδια του παρελθόντος ήταν ακόμη παρόντα. Οι ρομαντικές ελπίδες χάθηκαν.

Την περίοδο μετά την διάψευση των οραματιστών για μία νέα οικουμενικού τύπου εξωτερική πολιτική, βασισμένη καθαρά σε δημοκρατικές αρχές, η Ρωσία περνά στη φάση του ρεαλισμού. Κύριος εκφραστής αυτού του προσανατολισμού είναι ο Andrey Kozyrev που υποστηρίζει ότι η χώρα μπορεί να είναι ταυτόχρονα δημοκρατική και παράλληλα να καταστεί εκ νέου μεγάλη δύναμη, υπερασπίζοντας τα παγκόσμια συμφέροντα της (δυισμός ρωσικής πολιτικής). Ο Γιέλτσιν υιοθετεί την πολιτική της υπεράσπισης των συμφερόντων της Ρωσίας στις πρώην χώρες της Ε.Σ.Σ.Δ. και ταυτόχρονα της ενδυνάμωσης του ηγετικού προφίλ της. Η στροφή αυτή στην πολιτική επιβλήθηκε και από τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, που τόνιζε τον κίνδυνο η οικουμενική πολιτική να πλήξει τα συμφέροντα του έθνους. Τον Φεβρουάριο του 1993 έκανε σαφή την νέα προσέγγιση στα Ηνωμένα Έθνη, ζητώντας να αναγνωριστεί το δικαίωμα της Ρωσίας ως εγγυήτριας δύναμης στις πρώην χώρες της Ε.Σ.Σ.Δ, πετυχαίνοντας την ικανοποίηση του αιτήματος του. Την ίδια περίοδο ο Υπουργός Εξωτερικών Kozyrev δέχεται την επίθση της αντιπολίτευσης εξαιτίας της αποτυχημένης πολιτικής του στον πόλεμο της Βοσνίας και της αδυναμίας του να προστατεύσει τα ρωσικά συμφέροντα στην Σερβία. Αποτυχημένη θεωρήθηκε και η πολιτική στην Τσετσενία, που οδήγησε στην ένταση των αυτονομιστικών τάσεων με αποκορύφωμα την αποστολή στρατευμάτων τον Δεκέμβριο του 1994. Παραιτήθηκε το 1996 και έτσι έλαβε τέλος μία αμφιλεγόμενη διετία στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας.

Η διάδοχη κατάσταση στην ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ο Πριμακόφ, εκφραστής του ρεαλισμού, έθεσε ως προτεραιότητες την επαναβεβαίωση των σχέσεων με την Κίνα, την Άπω και την Μέση Ανατολή. Παράλληλα ενέτεινε την προσπάθεια διαφύλαξης της εδαφικής ακεραιότητας της επικράτειας και τον περιορισμό των περιφερειακών συγκρούσεων. Ο ρώσος υπουργός υιοθετεί κριτική πολιτική έναντι της Δύσης και των Η.Π.Α και γι αυτό έχει την στήριξη των κομμουνιστών και των εθνικιστών στη Βουλή. Την ίδια στάση τηρεί και ο διάδοχος του, Igor Ivanov, ιδιαίτερα κατά την κρίση στο Κόσοβο το 1999. Ωστόσο, παρά την αντιδυτική συχνά ρητορική του, αναγνώρισε την σημασία του να μην απομονωθεί πολιτικά η χώρα. Αν και υποστήριξε θεωρητικά την σερβική πλευρά δεν παρείχε κανενός είδους στρατιωτική βοήθεια στον πόλεμο, κρατώντας στην πράξη ουδετερότητα.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Η.Π.Α παρέμειναν ουσιαστικά η μόνη υπερδύναμη. Η μείωση της ισχύος του ρωσικού κράτους ανάγκασε το Γιέλτσιν στην αναθεώρηση των προτεραιοτήτων στις σχέσεις Η.Π.Α-Ρωσία και μία νέα περίοδος ξεκίνησε στις σχέσεις των δύο χωρών. Η συνάντηση στο Βανκούβερ τον Απρίλιο του 1992 ανάμεσα σε Κλίντον-Γιέλτσιν ήταν η πρώτη που εγκαινίασε την νέα περίοδο, όπως και η επίσκεψη του τελευταίου στην Ουάσινγκτον τον Ιούνιο του ίδου έτους. Ο ίδιος ο Γιέλτσιν δήλωσε ότι η Ρωσία έκανε την επιλογή ανάμεσα σε δημοκρατία και κομμουνισμό και ότι το παλαιό καθεστώ είχε οριστικά καταρρεύσει. Τα τείχη του ψυχρού πολέμου είχαν σχεδόν πέσει. Σχεδόν, διότι οι πωλήσεις όπλων των ρώσων σε χώρες εχθρικές προς τις Η.Π.Α, ο πόλεμος στην Τσετσενία και η πρόταση για παροχή πυρηνικής τεχνολογίας στο Ιράν, εφεραν στη επιφάνεια μνήμες του παρελθόντος. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές η περίοδος Γιέλτσιν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η περίοδος επαναπροσέγγισης των δύο δυνάμεων, ενώ τέθηκαν και οι βάσεις για οικονομική συνεργασία.

Πολιτική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία

Η ρωσική οικονομία μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ βρέθηκε μπροστά στην πρόκληση της μετάβασης από την πλήρως κατευθυνόμενη οικονομία στην οικονομία της αγοράς. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν μόνο οικονομική αλλά και πολιτική. Στην περίπτωση όμως της Ρωσίας η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία δημιούργησε σημαντικές εντάσεις υποθάλπτοντας την πορεία της χώρας. Η εφαρμογή των απαραίτητων φιλελεύθερων οικονομικών μεταρρυθμίσεων συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση των μελών της παλαιάς κομμουνιστικής παράδοσης με αποτέλεσμα ο συνολικός σχεδιασμός για την καπιταλιστική μετάβαση αν μην εφαρμοσθεί κατά γράμμα.

Η οικονομική πολιτική Γιέλτσιν ήρθε αντιμέτωπη με τέσσερις πυλώνες προβλημάτων[8]. Ο πρώτος αφορούσε το γεγονός ότι η παραγωγή ήταν συγκεντρωμένη σε ένα σχετικά μικρό αριθμό, μεγάλης έκτασης επιχειρήσεων. Αυτό σήμαινε ότι η πολιτική και οικονομική δύναμη στις περιοχές αυτές ήταν περισσότερο στα χέρια των επιχειρήσεων παρά των εκλεγμένων τοπικών αρχόντων. Συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι αυτές οι επιχειρήσεις ήταν υπεύθυνες για, με το παλαιό καθεστώς, για μία σειρά κοινωνικού τύπου δραστηριότητες (παροχή μόρφωσης, στέγαση εργατών, υγεία), γίνεται κατανονητό ότι η μετάβαση στο νέο καθεστώς δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα στις τοπικές κοινωνίες, καθώς οι τοπικές εκλεγμένες αρχές αδυνατούσαν να αναλάβουν τις κοινωνικές δραστηριότητες των πρώην κρατικών επιχειρήσεων.

Ένα δεύτερο ζήτημα αφορούσε τη μεγάλη συμμετοχή της στρατιωτικής παραγωγής στην συνολική παραγωγική δύναμη της χώρας. Σύμφωνα με τον Ander Ausland, σουηδό οικονομολόγο, το 25% της ρωσικής βιομηχανικής παραγωγής αφορούσε τον στρατιωτικό τομέα. Μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ και την μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών, η κυβέρνηση Γιέλτσιν βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα μεγάλο αριθμό ανέργων που έπρεπε να παράλληλα να αποκτήσουν νέες γνώσεις για εργασία σε άλλους τομείς.

Το τρίτο ζήτημα αφορούσε της έκταση της ρωσικής επικράτειας και την ανάγκη για δημιουργία νέων υποδομών. Η χρηματοδότηση ενός προγράμματος για την κατασκευή έργων υποδομής ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες της ασθενούς ρωσικής οικονομίας που μόλις βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο καπιταλιστικής μορφής.

Τέλος, το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που επιχείρησε να αντιμετωπίσει η οικονομική πολιτική Γιέλτσιν αφορούσε το ανθρώπινο κεφάλαιο. Παρά το γεγονός ότι ο ρωσικός πληθυσμός είχε υψηλό μορφωτικό επίπεδο, οι εργασιακές του δυνατότητες ήταν προσανατολισμένες σε κομμουνιστικά αναπτυξιακά πρότυπα. Ένας λαός που δεν γνώριζε τις έννοιες τις ελεύθερης αγοράς ήταν φυσικό επόμενο να αδυνατεί να προσαρμοστεί σε αυτές. Οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις απαιτούσαν υπαλλήλους που θα βρίσκονταν στο πνεύμα της αγοράς και μία κοινωνία ικανή να ανταποκριθεί στην λογική της φιλελεύθερης οικονομίας.

Στόχοι προγράμματος οικονομικής πολιτικής

Η οικονομική πολιτική της περιόδου αυτής εστιάζει στην μετάβαση από την κατευθυνόμενη στην φιλελεύθερη οικονομία. Στις 28 Οκτωβρίου 1991 ο ρώσος πρόεδρος ζητά από το κοινοβούλιο εξουσιοδότηση για διεύρυνση των εξουσιών του με δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων. Δικαιολόγησε την απαίτηση του υποστηρίζοντας ότι με αυτή την προσωρινή υπερδιόγκωση των εξουσιών του θα μπορούσε να εφαρμόσει τις απαραίτητες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η χώρα. Μετά την έγκριση του αιτήματος του, (με ισχύ εως την 1η Δεκεμβρίου 1992) ονόμασε τον εαυτό του Πρωθυπουργό σχηματίζοντας παράλληλα ένα υπουργικό συμβούλιο που περιελάμβανε ριζοσπαστικούς νέους διανοούμενους προερχόμενους από ακαδημαικές θέσεις[9]. Ο Yegor Gaidar τοποθετήθηκε στην θέση του Αναπληρωτή Πρωθυπουργού και αποτέλεσε τον αρχιτέκτονα και σχεδιαστή του μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Η κριτική που δέχτηκε σχετικά με την εφαρμογή τηε θεραπείας σοκ ήταν σφοδρή. Κατηγορήθηκε έντονα από την αντιπολίτευση ότι ότι οδήγησε την χώρα σε μεγάλη οικονομική ύφεση και κατάχρηση του δημόσιου πλούτου μέσω του ανεπαρκούς προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.

Θεραπεία Σοκ

Η μετάβαση από την κατευθυνόμενη οικονομία στην οικονομία της αγοράς πραγματώθηκε με την εφαρμογή του προγράμματος <<Θεραπεία Σοκ>>. Η λογική της έγκειται στην ταχεία εφαρμογή άμεσων και δραστικών μέτρων προς την κατεύθυνση της ελεύθερης οικονομίας. Σύμφωνα με τους εκφραστές η σταδιακή μετάβαση από το ένα οικονομικό καθεστώς στο άλλο μόνο επιζήμια θα μπορούσε να είναι καθώς θα οδηγούσε σε παράλυση την παραγωγική ικανότητα της χώρας. Σε αυτή την προσπάθεια για εφαρμογή της Θεραπείας Σοκ η ρωσική κυβέρνηση διέθετε και την υποστήριξη των Η.Π.Α, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Τελικά η Θεραπεία Σοκ απέτυχε γιατί η εφαρμογή σε μία χώρα ταχέων προγραμμάτων οικονομικής μετάβασης από ένα καθεστώς σε ένα άλλο χωρίς την ύπαρξη του κατάλληλου νομικού και θεσμικού πλαισίου μόνο καταστροφικά αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει. Η απελευθέρωση των τιμών την 1η Δεκεμβρίου 1992 οδήγησε υπερπληθωρισμό που εξαφάνισε τις αποταμιεύσεις και κλόνησε την εμπιστοσύνη του ρωσικού κοινού στις μεταρρυθμίσεις. Η αναγκαία σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, μέσω της ανόδου των επιτοκίων, για συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων, επιδείνωσε το άσχημο οικονομικό κλίμα συρρικνώνοντας τις επενδυτικές προσπάθειες και βύθισε την ρωσική επικράτεια σε μία άνευ προηγουμένου ύφεση. Το πρότυπο των μεταρρυθμίσεων που επιλέχθηκε για την Ρωσία αποδείχθηκε αδύναμο να παράσχει κίνητρα για οικονομική ανάπτυξη και οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια στην λεηλασία της κρατικής περιουσίας, σε μία ακυβέρνητη <<Άγρια Ανατολή[10]>>.

Τον Δεκέμβριο του 1991 ο Πρόεδρος Γιέλτσιν με διατάγματα του εντείνει τον ρυθμό των ιδιωτικοποιήσεων. Παρά τον αρχικό σχεδιασμό για συμμετοχή και των εργατών στην διαδικασία μέσω της απόκτησης μετοχών, ουσιατικά οι μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας κατέληξαν στα χέρια μίας μικρής ομάδας ολιγαρχών οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετατράπηκαν σε οικονομικούς μεγιστάνες.

Η οικονομική μεταρρύθμιση του 1997

Το Μάρτιο του 1997 ο ρώσος Πρόεδρος ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Κύριος στόχος του σχεδίου του ήταν η αντιμετώπιση εκκρεμών ζητημάτων που είχαν ανακύψει ως αποτέλεσμα της μη ικανοποιητικής απόδοσης της Θεραπείας Σοκ των προηγούμενων ετών. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η ενίσχυση της ρευστότητας και η παροχή κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Ταυτόχρονα προώθησε μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν την ορθολογικοποίηση των κρατικών δαπανών, την μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση του φορολογικού συστήματος και την εισαγωγή κανόνων στον βιομηχανικό τομέα[11].

Η προσπάθεια για οικονομικές μεταρρυθμίσεις την περίοδο αυτή συνάντησε ισχυρές αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, γεγονός που οδήγησε στην μη πλήρη εφαρμογή του προγράμματος. Ωστόσο η εκπόνηση του έδειξε την διάθεση του Γιέλτσιν για διόρθωση σφαλμάτων της περιόδου 1991-1993.

Η κρίση του 1998

Η κρίση του 1998 ξεκίνησε όχι μόνο λόγω των εγγενών προβλημάτων της ρωσικής οικονομίας αλλά και εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Οι χώρες αυτές βρισκόμενες στην δίνη της ύφεσης μείωσαν την ζήτηση για πετρέλαιο, γεγονός που έριξε την τιμή του. Η κυβέρνηση Γιέλτσιν βρέθηκε σε δύσκολη θέση στερούμενη ένα από τα βασικά της έσοδα. Σε συνεργασία με το ΔΝΤ επιλέχθηκε η λογική της συγκράτησης της τιμής του εθνικού νομίσματος το οποίο δεχόταν πιέσεις λόγω της κρίσης αλλά και ο δανεισμός. Η πολιτική Γιέλτσιν που είχε και την αμέριστη συμπαράσταση της κυβέρνησης Κλίντον[12], απέτυχε παταγωδώς. Το ρούβλι κατέρρευσε και η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε αναστολή πληρωμών. Την επαύριο της κρίσης, ο ρώσος Πρόεδρος βρέθηκε πολιτικά αποδυναμωμένος έχοντας δεχτεί ένα ισχυρό πλήγμα που μαζί εμ τις κατηγορίες που του απήγγειλε το κοινοβούλιο για ανισυνταγματικές ενέργειες όπως η διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ το 1991, ο βομβαρδισμός του κοινοβουλίου το 1993 και ο πόλεμος στην Τσετσενία το 1994,τον οδήγησε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1999.

Κράτος και Μ.Μ.Ε

Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ κατά τα τελευταία έτη της Ε.Σ.Σ.Δ προώθησε μεταρρυθμίσεις (νόμος για την Ελευθερία του Τύπου το 1990) οι οποίες αύξησαν την ελευθερία του τύπου και των Μ.Μ.Ε. Δόθηκε η δυνατότητα στους δημοσιογράφους της εποχής να διερευνήσουν θέματα ως τότε απαγορευμένα από το καθεστώς, αυξάνοντας την εκτίμηση του κοινού για το δημοσιογραφικό επάγγελμα[13].

Οι θετικές προοπτικές που καταγράφονται για τα Μ.Μ.Ε στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, αντιστράφηκαν εξαιτίας της υπέρογκης αύξησης του κόστους κυκλοφορίας των εφημερίδων, που οφείλεται κυρίως στο κρατικό μονοπώλιο της εκτύπωσης και διανομής τους. Παράλληλα και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν υψηλότατα κόστη λειτουργίας οφειλόμενα στο κρατικό μονοπώλιο του υπουργείου τηλεπικοινωνιών, το οποίο κατέχει και διαχειρίζεται το σύνολο των εγκαταστάσεων εκπομπής σήματος. Τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης αναγκάζονται αν καταβάλουν συγκριτικά με τα δημόσια πολύ μεγαλύτερα τέλη για χρήση των σταθμών εκπομπής με αποτέλεσμα να απειλείται η βιωσιμότητα τους. Η κατάσταση αυτή σε συνδιασμό με την οικονομική ανέχεια αναγκάζει πολλά Μ.Μ.Ε, έντυπα κυρίως, να τερματίσουν την λειτουργία τους μειώνοντας έτσι τον δημοσιογραφικό πλουραλισμό. Άλλα Μ.Μ.Ε προκειμένου να επιβιώσουν στρέφονται στη εξέυρεση χρηματοδοτών από τους οποίους πλέον θα εξαρτώνται και θα προωθούν τα συμφέροντα τους. Πρόκειται για μια περίοδο χειραγώγησης των Μ.Μ.Ε από δύο πόλους εξουσίας. Ο πρώτος είναι το κράτος που χρηματοδοτεί τα Μ.Μ.Ε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 με βάση τον νόμο Γκορμπατσόφ. Ο δεύτερος είναι οι ιδωτικοί φορείς που κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι στον έλεγχο των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης μέσω των χρηματοδοτήσεων που τους προσφέρουν.

Παρά τα προβλήματα που αναφέρθηκαν, καθόλη την δεκαετία του ’90 το κράτος κάνει σημαντικά βήματα προς την μεγαλύτερη ελευθερία του Τύπου. Στο πλαίσιο αυτό,τον Φεβρουάριο του 1992 ένας νέος νόμος[14] του Γιέλτσιν δίνει εκτεταμένες δυνατότητες για ανάπτυξη της ελευθεροτυπίας, προβλέποντας παράλληλα αυστηρές κυρώσεις ενάντια στην μονοπωλιακή κατοχή Μ.Μ.Ε. Αρχικά ένα προσχέδιο του νόμου αυτού, που δημοσιεύτηκε το Φθινόπωρο του 1991 προέβλεπε την δυνατότητα του υπουργείου επικοινωνιών να προβαίνει σε άρση της αδειοδότησης εφημερίδων μετά από διπλή προειδοποίηση. Ωστόσο συνάντησε αυστηρές αντιδράσεις, αποσύρθηκε και τελικά ψηφίστηκε ο νόμος της 6ης Φεβρουαρίου 1992 που κατοχύρωνε περισσότερα δημοσιογραφικά δικαιώματα. Εκτός από τον νόμο του 1992 ο Γιέλτσιν τροποποίησε στα τέλη του 1995 το σύστημα Γκορμπατσόφ που αφορούσε τις κρατικές χρηματοδοτήσεις των Μ.Μ.Ε. Εισήγαγε το σύστημα των έμμεσων επιδοτήσεων που περιελάμβανε φοροελαφρύνσεις, απαλλαγές από τον φόρο κατανάλωσης και μειωμένους συντελεστές για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενημέρωσης. Παρά το γεγονός ότι με την παρέμβαση αυτή δεν ήταν δυνατόν να αντιστραφεί πλήρως το οικονομικό κλίμα στον κλάδο, τα Μ.Μ.Ε ωφελήθηκαν σημαντικά και ο Γιέλτσιν με την αμέριστη συμπαράσταση τους κατά την διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας κέρδισε τον Ιούλιο του 1996 τις εκλογές, με οριακή πλειοψηφία, έναντι του κομμουνιστή Γενάντι Ζιουγκάνοφ.

Τον Μάιο του 1998 με προεδρικό διάταγμα δημιούργησε κρατικό οργανισμό ελέγχου των σταθμών εκπομπής, σε μία προσπάθεια να αυξήσει τα έσοδα του κράτους από την ενοικίαση σε ιδιωτικούς σταθμούς δικαιωμάτων χρήσης των σταθμών αναμετάδοσης. Τον Ιούλιο του 1999, λίγο πριν την παραίτηση του, πάλι με χρήση διατάγματος ίδρυσε υπουργείο Τύπου προκειμένου αν ελέγξει τον τομέα των Μ.Μ.Ε.(το παλιότερο υπουργείο επικοινωνιών είχε καταργηθεί από το 1994). Η ίδρυση του υπουργείου σε συνδιασμό με την δημιουργία του οργανισμού ελέγχου των σταθμών αναμετάδοσης δίνει την εικόνα ότι ο Γιέλτσιν προετοίμαζε την διάδοχη κατάσταση και ενέτεινε εξαιτίας αυτού του γεγονότος την προσπάθεια να παραδόσει στον Πούτιν ένα καθαρό τοπίο στον τομέα των Μ.Μ.Ε.

Πολιτική ασφάλειας και οργανωμένο έγκλημα

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η νέα ηγεσία της χώρας ήρθε αντιμέτωπη με την αποσύνθεση του συνόλου των υπηρεσιών ασφαλείας του κράτους. Οι μηχανισμοί καταστολής λαο ασφάλειας βρίσκονταν σε κατάσταση απαξίωσης. Η διαφθορα, που βρισκόταν σε τόσο υψηλό επίπεδο μέσα στους κόλπους των κρατικών υπηρεσιών και των πολιτικών οργάνων και θεσμών, έκανε την προσπάθεια αναδιάρθρωσης πολύ δύσκολη εως αδύνατη. Μέσα σε ένα τέτοιο σαθρό πλαίσιο όπου κυριαρχούσε η αβεβαιότητα και η ανικανότητα του κράτους να επιβάλει τον νόμο και την τάξη, βρήκε έδαφος και αναπτύχθηκε το οργανωμένο έγκλημα.

Η φύση του οργανωμένου εκγλήματος είναι πολύπλοκη και περιλαμβάνει μεγάλο εύρος της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Οι τοπικές οργανωμένες εγκληματικές ομάδες έχουν καταφέρει σε συνεργασία με τον κρατικό μηχανισμό, τον οποίο ελέγχουν είτε υπό την απειλή των όπλων είτε μέσω αμφίδρομα οφέλιμων χρηματικών συναλλαγών, να ελέγξουν και μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων. Η αδειοδότηση για νέες επιχειρήσεις απαιτούσε όχι μόνο την έγριση των επίσημων κρατικών οργάνων αλλά και των τοπικών αρχόντων του εγκλήματος. Ακόμα και το εμπόριο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της μαφίας[15] επιβάλλοντας άτυπους φόρους στις αγοραπωλησίες προιόντων, που επιβαρρύνουν τους καταναλωτές, και κατέληγαν προς ενίσχυση του οργανωμένου κυκλώματος παρανόμων. Παράλληλα, δολοφονικά χτυπήματα δέχονται αρκετοί δημοσιογράφοι, οι οποίοι επιχείρηαν να δημοσιοποιήσουν με έρευνες τους στον τύπο δρασεις παρανομίας, αλλά και στελέχη του επιχειρηματικού κύκλου, όπως τραπεζίτες και ιδιοκτήτες εταιρειών.

Ο Γιέλτσιν αντιμετωπίζει τηη αντίδραση και δυσαρέσκεια του κοινού, το οποίο συνειδητοποιεί ότι η δράση του οργανωμένου εγκλήματος έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Χρησιμοποιώντας το δικαίωμα του να διακυβερνά με την χρήση διαταγμάτων, τον Ιούνιο του 1994 εκδίδει διάταγμα με το οποίο δίνει στις αστυνομικές αρχές εκτεταμένα δικαιώματα ανάμεσα στα οποία πρόσβαση σε οικονομικά στοιχεία και την δυνατότητα προφυλάκισης των υπόπτων για τριάντα ημέρες χωρίς απαγγελία κατηγορίας. Η μυστική υπρεσία KGB την ίδια περίοδο, παρά το γεγονός ότι τυπικά είχε διαλυθεί μετά το πραξικόπημα του Αυγούστου του 1991, συνέχισε ουσιαστικά να έχει τον ίδιο σκοτεινό ρόλο στις εξελίξεις της πολιτικής ζωής της χώρας.

Με την ακολουθούμενη πολιτική ασφάλειας ο Γιέλτσιν κατηγορήθηκε από νομικούς και δικαστικούς κύκλους ότι καταστρατήγισε την συνταγματική τάξη της χώρας. Πράγματι, τα αποτελέσματα υπήρξαν μη ικανοποιητικά, με συνέπεια την αδυναμία του κράτους να εφαρμόσει το κυβερνητικό πρόγραμμα, την ένταση της διαφθοράς και την αυξημένη λαική δυσάρεσκεια.

Ένοπλες δυνάμεις

Η ίδια απογοητευτική εικόνα επικρατει και στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων. Οι επιχειρησιακές δυνατότητες και των τριών κλάδων μειώνονται κατακόρυφα ως συνέπεια της ελλιπέστατης χρηματοδότησης. Οι μεγάλες αεροναυπηγικές εταιρείες Sukhoi και Μig, αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν έρευνες για αεροσκάφη νέας γενιάς ενώ αντίστοιχες εξελίξεις διαδραματίζονται και στις βιομηχανίες παραγωγής ναυτικών εξοπλισμών και εξοπλισμών για το στρατό ξηράς. Οι εξαγωγές αμυντικού υλικού μειώνονται κατακόρυφα με εξαίρεση την Κίνα, την Ινδία και λίγες χώρες της Αφρικής. Ωστόσο η Ρωσία παρά τα προβλήματα αυτά, θα παραμείνει στρατιωτικά ισχυρή λόγω του κληρονομούμενου από την Ε.Σ.Σ.Δ τεράστιου πυρηνικού οπλοστασίου.

Εκτός από τις ελλείψεις σε υλικό, ο Γιέλτσιν είχε να αντιμετωπίσει και την απειθαρχία των στρατηγών του. Παρά τις πιέσεις για μεγαλύτερη χρηματοδότηση και το αίτημα από στρατιωτικούς κύκλους για ενοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων υπό κοινή διοίκηση, ανθίσταται. Η ψήφιση του νόμου για την κατάργηση των φοιτητικών αναβολών στρατολόγησης αποτελεί, αν μπορεί να θεωρηθεί έτσι, την μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία των στρατιωτικών.

Σχέσεις εκκλησίας-κράτους

Τα τέλη της δεκατείας του ’80 και οι αρχές της δεκαετίας του ’90 αποτέλεσαν περίοδο σημαντικής ισχυροποίησης της θέσης της Ορθόδοξης Ρωσικής εκκλησίας στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η επίσημη ρωσική εκκλησία ευνοήθηκε από δύο κυρίαρχες τάσεις[16]. Η πρώτη αφορούσε την αλλαγή στην πολιτική του ρωσικού κράτους έναντι της επίσημης εκκλησίας. Η τελευταία απέκτησε νέα νομικά δικαιώματα ενδυναμώνοντας την θέση της όχι μόνο μέσα στον κοινωνικό ιστό αλλά και στην πολιτική ζωή της χώρας. Η αλλαγή της πολιτικής του κράτους έναντι της εκκλησίας που ξεκίνης με τον Γκορμπατσόφ, και εντάθηκε την περίοδο Γιέλτσιν, εκφράστηκε ποικιλοτρόπως. Ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος της Ρωσίας συμμετέχει σε καίρια θρησκευτικά γεγονότα και παράλληλα αναγνωρίζει το δικαίωμα της νομικής προσωπικότητας. Με αυτό τον τρόπο έδωσε στην επίσημη εκκλησία την δυνατότητα να προβαίνει σε συνταγματικά κατοχυρωμένες οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές. Η δυνατότητα αυτή ήταν απαγορευμένη κατά την κομμουνιστική περίοδο. Επιπρόσθετα ο Γιέλτσιν εισήγαγε, τον Σεπτέμβριο του 1997, νόμο που απαγορεύει την ιεραποστολική δραστηριότητα ξένων δογμάτων και θρησκειών εκτός αν διαθέτουν την άδεια της κυβέρνησης.Το ρωσικό Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 14.1 ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είναι κοσμική και ότι δεν υφίσταται επίσημη θρησκεία. Ωστόσο, στην πράξη τέσσερις θρησκείες κυριαρχούν στην κοινωνική ζωή της χώρας, Ορθοδοξία, Ισλαμισμός, Βουδισμός και Ιουδαισμός. Ο ρώσος πρόεδρος με τον νόμο του 1997 περί <<Ελευθερίας της συνείδησης και των θρησκευτικών οργανώσεων>>, αναγνώρισε στο προοίμιο του την ειδική σχέση Ρωσίας-Ορθοδοξίας στην διαμόρφωση της ιστορικής και πολιτιστικής διαδρομής της χώρας[17]. Η δεύτερη τάση που ενίσχυσε την θέση της ρωσικής εκκλησίας ήταν η αναβίωση του θρησκευτικού αισθήματος των πολιτών. Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους σημαντικούς λόγους για τους οποίους ο Γιέλτσιν στήριξε ενεργά τους χριστιανούς θρησκευτικούς ηγέτες της Ρωσίας. Η αναζοπύρωση της πίστης και η στροφή των ρώσων προς την εκκλησία εκ των πραγμάτων εξανάγκαζε τον Γιέλτσιν να διατηρεί φιλοθρησκευτικό προφίλ αποφεύγοντας τις ρήξεις με τους εκκλησιατικούς ηγέτες. Σε μία περίοδο έντονων εσωτερικών αλλαγών και ταραχών γινόταν έκδηλη η ανάγκη για προβολή στοιχείων εθνικής ενότητας και ομοψυχίας και η εκκλησία μπορούσε να διαδραματίσει το ρόλο αυτό. Ο Γιέλτσιν το αντιλήφθηκε νωρίς και εφάρμοσε στην πολιτική σκακιέρα φιλοεκκλησιαστικό πρόσωπο, εξασφαλίζοντας έναν ιδιαίτερα σημαντικό σύμμαχο στο πλευρό του.

Συμπεράσματα

Η περίοδος Γιέλτσιν, παρά την κατάρρευση του κεντρικά κατευθυνόμενου κομμουνιστικού συστήματος, αποτελεί μία περίοδο αυξημένης παρέμβασης του κράτους στους διάφορους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας. Η παρέμβαση αυτή εκδηλώνεται κυρίως στον τομέα της οικονομίας με την εφαρμογή των προγραμμάτων οικονομικής μεταρρύθμισης. Βασικό στοιχείο της πολιτικού συστήματος είναι η ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου που εισήγαγε το πρώτο δημοκρατικό Σύνταγμα της Ρωσίας στις 12 Δεκεμβρίου του 1993. Με το Σύνταγμα αυτό επιχειρήθηκε να δοθεί τέλος στην διαμάχη ανάμεσα στον Πρόεδρο και το Κοινοβούλιο σχετικά με την κατανομή της εξουσίας. Η συκεντρωτική διακυβέρνηση του Γιέλτσιν δεν θα μπορούσε να αγνοήσει ένα από τα κύρια όπλα ανάλογων μορφών πολιτικής διαχείρισης, δηλαδη την χειραγώγηση των Μ.Μ.Ε. Η δεύτερη εκλογική του νίκη τον Ιούλιο του 1996 έναντι του κομμουνιστή αντιπάλου Γενάντι Ζιουγκάνοφ αποτελει το αποκορύφωμα της ενορχηστρωμένης δράσης των Μ.Μ.Ε με σκοπό να τον στηρίξουν πολιτικά. Διττή πολιτική προσωπικότητα που ενώ στάθηκε απέναντι στα τανκς με σκοπό την προάσπιση του λαού του και των δημοκρατικών οραμάτων του, δεν δίστασε να διατάξει τον βομβαρδισμό του Κοινοβουλίου από άρματα μάχης, με σκοπό να συντρίψει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Η διαφθορά, η λεηλασία του δημόσιου πλούτου αλλά και η παράλυση των κρατικών δομών αποτελούν σκοτεινά σημεία της περιόδου. Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τις δυσχέρειες για την μετάβαση από την κατευθυνόμενη οικονομία στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς, η παταγώδης αποτυχία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων σε συνδυασμό με την επακόλουθη κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, ο πολύνεκρος πόλεμος στην Τσετσενία το 1994 και το 1999 αλλά και η ανικανότητα του κράτους να διαχειριστεί ομαλά τα νέα κοινωνικά δεδομένα, αποκαλύπτουν με εμφατικό τρόπο το έλλειμμα εξουσίας και τα μεγάλα πολιτικά λάθη της περιόδου του Μπόρις Γιέλτσιν.



[1] Richard Sakwa, Russian Politics and Society (London : Εκδόσεις Routledge, Third Edition 2002 ), chapter 2, The disintegration of the USSR.

[2] Michael Urban, The rebirth of politics in Russia (Cambridge, Eκδόσεις: University Press, 1997), chapter 11, Reform, reaction and rebellion: the calamity of the first republic.

[3] Jean Pierre Massias, Το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας (Μπορντώ :Μαστερ πολιτικών επιστημών)

[4] Θ.Διαμαντόπουλος, Το κομματικό φαινόμενο (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 1993), σελ.654

[5] Richard Sakwa, Russian Politics and Society (London : Εκδόσεις Routledge, Third Edition 2002 ), chapter 3, The new constitutional order, page 45.

[6] Richard Sakwa, Russian Politics and Society (London : Εκδόσεις Routledge, Third Edition 2002 ), chapter 5, The executive, page 104.

[7] Richard Sakwa, Russian Politics and Society (London : Εκδόσεις Routledge, Third Edition 2002 ), chapter 15, Foreign policy, page 349.

[8] Thomas F.Remington, Politics in Russia (Eκδόσεις: Longman, 1999), chapter 6, the politics of economic reform, σελ 179

[9] Thomas F.Remington, Politics in Russia (Eκδόσεις: Longman, 1999), chapter 6, the politics of economic reform, σελ 183

[10] Joseph E.Stiglitz, Η μεγάλη αυταπάτη (Εκδόσεις: Λιβάνη, 2002), σελ.319

[11] Thomas F.Remington, Politics in Russia (Eκδόσεις: Longman, 1999), chapter 6, the politics of economic reform, σελ 204

12 Joseph E.Stiglitz, Η μεγάλη αυταπάτη (Εκδόσεις: Λιβάνη, 2002), σελ.295

13 Laura Belin, The Russia media in the 1990s, στο Rick Fawn and Stephen White, Russia after communism ( Εκδόσεις: Frank Cass, 2002)

[14] Richard Sakwa, Russian Politics and Society (London : Εκδόσεις Routledge, Third Edition 2002 ), chapter 14, Cultural transformation, page 331.

[15] Thomas F.Remington, Democratization and the new political order in Russia, page 111 στο Dawisha and Parrott, Democratic changes and authoritarian reactions in Russia, Ukraine, Belarus, and Moldova (United Kingdom: Cambridge University Press,1997)

[16] Thomas F.Remington, Democratization and the new political order in Russia, page 96 στο Dawisha and Parrott, Democratic changes and authoritarian reactions in Russia, Ukraine, Belarus, and Moldova (United Kingdom: Cambridge University Press,1997)

[17] Richard Sakwa, Russian Politics and Society (London : Εκδόσεις Routledge, Third Edition 2002 ), chapter 14, Cultural transformation, page 339.

___________________

Π.Παλαιός